Η τεχνική εντάσσεται στο ευρύτερο πεδίο της προηγμένης θεραπευτικής ενδοσκόπησης, μαζί με τη μυοτομή POEM, την ολικού πάχους εκτομή και την ERCP με χολαγγειοσκόπηση.
Η Ενδοσκοπική Υποβλεννογόνια Εκτομή (Endoscopic Submucosal Dissection, ESD) είναι μια προηγμένη ενδοσκοπική τεχνική που χρησιμοποιείται για την αφαίρεση μεγάλων πολύποδων, καλοήθων όγκων ή πρώιμων μορφών καρκίνου από το πεπτικό σύστημα, κυρίως τον οισοφάγο, το στομάχι και το παχύ έντερο. Η ESD είναι πιο σύνθετη και λεπτομερής σε σύγκριση με την ενδοσκοπική βλεννογόνια εκτομή (EMR), καθώς επιτρέπει την ολοκληρωμένη και ενιαία αφαίρεση μεγαλύτερων και πιο περίπλοκων ανωμαλιών.
Η διαδικασία της ESD αρχίζει με την εισαγωγή ενός ενδοσκοπίου μέσω του στόματος ή του πρωκτού. Ένας ειδικός χρωστικός παράγοντας ενδέχεται να χρησιμοποιηθεί για να κάνει τον βλεννογόνο πιο ορατό. Στη συνέχεια, γίνεται ένεση υγρού κάτω από την περιοχή που πρόκειται να αφαιρεθεί, δημιουργώντας ένα “μαξιλάρι” που απομονώνει τον όγκο ή τον πολύποδα από τα βαθύτερα στρώματα του τοιχώματος. Ακολουθεί η προσεκτική και ακριβής αφαίρεση της περιοχής με τη χρήση ειδικών εργαλείων, όπως ηλεκτρικών βρόχων ή άλλων ειδικών μαχαιριδίων.
Η ESD θεωρείται μια απαιτητική τεχνική που απαιτεί υψηλό επίπεδο εμπειρίας και δεξιοτεχνίας. Η μέθοδος αυτή επιτρέπει την αφαίρεση ολόκληρης της ανώμαλης περιοχής σε ένα μόνο κομμάτι, πράγμα που βελτιώνει τις διαγνωστικές δυνατότητες και την ακρίβεια του σταδιοποίησης του καρκίνου.
Η διαγνωστική και θεραπευτική αξία της ESD είναι σημαντική, καθώς παρέχει τη δυνατότητα αφαίρεσης μεγάλων και περίπλοκων ανωμαλιών με μεγάλη ακρίβεια και μικρότερο κίνδυνο για τον ασθενή σε σύγκριση με την παραδοσιακή χειρουργική. Επίσης, μειώνει την πιθανότητα επανεμφάνισης του προβλήματος και βοηθά στην πρόληψη της εξέλιξης προκαρκινικών καταστάσεων σε καρκίνο.
Ωστόσο, λόγω της πολυπλοκότητας της διαδικασίας, η ESD συνοδεύεται από μεγαλύτερο κίνδυνο επιπλοκών, όπως αιμορραγία ή διάτρηση, σε σύγκριση με την EMR. Επομένως, η επιλογή της ESD πρέπει να γίνεται μετά από προσεκτική αξιολόγηση του κάθε ασθενούς.
Σε αντίθεση με τη βλεννογόνια εκτομή, που αφαιρεί συχνά σε περισσότερα τεμάχια, η υποβλεννογόνια εκτομή δίνει ενιαίο παρασκεύασμα. Αυτό έχει σημασία σε πρώιμο καρκίνο του παχέος εντέρου ή στομάχου, όπου κρίνεται το βάθος διήθησης. Η οριοθέτηση προηγείται με χρωμοενδοσκόπηση.
- Αφαίρεση σε ενιαίο τεμάχιο, ακόμη και σε εκτεταμένες ή επίπεδες βλάβες
- Επιτρέπει ακριβή εκτίμηση ορίων και βάθους διήθησης
- Μετά από αδένωμα 10 mm και άνω: επανέλεγχος στα 3 χρόνια
- Σοβαρές επιπλοκές κολονοσκόπησης: κάτω από 3,5 ανά 1.000
Περιστατικά από την πράξη
Η τεχνική εφαρμόζεται σε όλο το μήκος του πεπτικού. Ενδεικτικά: εκτομή πρώιμου αδενοκαρκινώματος οισοφάγου, βλάβη στο έλασσον τόξο του στομάχου, εκτομή στο λεπτό έντερο και εκτεταμένη βλάβη στο ορθό. Κάθε εντόπιση έχει τις δικές της δυσκολίες, από την κινητικότητα του στομάχου ως τη λεπτότητα του τοιχώματος στο δωδεκαδάκτυλο.
Συχνές ερωτήσεις
Γιατί προτιμάται η αφαίρεση σε ενιαίο τεμάχιο;
Επειδή επιτρέπει στον παθολογοανατόμο να εκτιμήσει με ακρίβεια τα όρια της εκτομής και το βάθος διήθησης. Από αυτό εξαρτάται αν η αφαίρεση ήταν ογκολογικά επαρκής ή αν απαιτείται συμπληρωματική αντιμετώπιση. Η αφαίρεση σε τεμάχια δυσχεραίνει αυτή την εκτίμηση και συνδέεται με μεγαλύτερο ποσοστό τοπικής υποτροπής.
Είναι ασφαλής η επέμβαση;
Είναι απαιτητική τεχνικά και εκτελείται από εξειδικευμένους ενδοσκόπους. Οι κύριες επιπλοκές είναι η αιμορραγία και η διάτρηση, οι οποίες στη μεγάλη πλειονότητα αντιμετωπίζονται ενδοσκοπικά στην ίδια συνεδρία, με κλιπ ή άλλες τεχνικές σύγκλεισης.
Ποιες βλάβες είναι κατάλληλες;
Βλάβες που περιορίζονται στα επιφανειακά στρώματα του τοιχώματος, χωρίς ενδείξεις βαθιάς διήθησης ή λεμφαδενικής συμμετοχής. Η εκτίμηση γίνεται πριν την επέμβαση με προσεκτική ενδοσκοπική αξιολόγηση και, όπου χρειάζεται, με ενδοσκοπικό υπέρηχο.
Τελευταία ενημέρωση περιεχομένου: Σεπτέμβριος 2026 (15/09/2026).

