Τι είναι το κλωστηρίδιο
Το κλωστηρίδιο (Clostridioides difficile, παλαιότερα Clostridium difficile) είναι βακτήριο που μπορεί να προκαλέσει διάρροια και φλεγμονή του παχέος εντέρου, δηλαδή κολίτιδα.
Βρίσκεται φυσιολογικά στο έντερο ενός ποσοστού ανθρώπων χωρίς να προκαλεί πρόβλημα, γιατί το υπόλοιπο μικροβίωμα το κρατά υπό έλεγχο. Όταν όμως αυτή η ισορροπία διαταραχθεί, κυρίως μετά από λήψη αντιβιοτικών, το κλωστηρίδιο πολλαπλασιάζεται και παράγει τοξίνες που βλάπτουν τον βλεννογόνο του εντέρου.
Ένα χαρακτηριστικό του που εξηγεί πολλά: σχηματίζει σπόρια, ανθεκτικές μορφές που επιβιώνουν για μεγάλα διαστήματα σε επιφάνειες και δεν καταστρέφονται από τα αλκοολούχα αντισηπτικά.
Ποιοι κινδυνεύουν
- Πρόσφατη ή τρέχουσα λήψη αντιβιοτικών. Είναι ο κυριότερος παράγοντας κινδύνου. Ο κίνδυνος παραμένει αυξημένος για εβδομάδες μετά το τέλος της αγωγής.
- Ηλικία άνω των 65 ετών.
- Πρόσφατη νοσηλεία ή διαμονή σε μονάδα φροντίδας.
- Σοβαρά υποκείμενα νοσήματα και ανοσοκαταστολή.
- Λήψη αναστολέων αντλίας πρωτονίων, δηλαδή φαρμάκων για το στομάχι, που έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο.
- Προηγούμενο επεισόδιο λοίμωξης από κλωστηρίδιο.
Συμπτώματα
- Υδαρής διάρροια, τρεις ή περισσότερες κενώσεις την ημέρα, που επιμένει
- Κοιλιακό άλγος και κράμπες
- Πυρετός
- Ναυτία, ανορεξία, καταβολή
Σε βαριές μορφές εμφανίζονται αφυδάτωση, σημαντική άνοδος των λευκών αιμοσφαιρίων και ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα. Σπάνια, η νόσος εξελίσσεται σε κεραυνοβόλο μορφή με τοξικό μεγάκολο, κατάσταση που απαιτεί άμεση νοσοκομειακή αντιμετώπιση.
Η εμφάνιση διάρροιας κατά τη διάρκεια ή τις εβδομάδες μετά από αντιβίωση δεν πρέπει να αγνοείται.
Πώς μεταδίδεται το κλωστηρίδιο
Η μετάδοση γίνεται με την κοπρανοστοματική οδό, μέσω των σπορίων. Ο ασθενής με ενεργό λοίμωξη αποβάλλει σπόρια στα κόπρανα, τα οποία επιμολύνουν επιφάνειες όπως τουαλέτες, χερούλια και ιατρικό εξοπλισμό, και από εκεί φτάνουν στα χέρια και στο στόμα άλλων ανθρώπων.
Δύο πρακτικές συνέπειες που αγνοούνται συχνά:
- Τα αλκοολούχα αντισηπτικά δεν καταστρέφουν τα σπόρια. Χρειάζεται πλύσιμο των χεριών με σαπούνι και νερό, ώστε τα σπόρια να απομακρυνθούν μηχανικά.
- Ο καθαρισμός των επιφανειών θέλει σπορoκτόνο απολυμαντικό, συνήθως με βάση το χλώριο. Τα κοινά καθαριστικά δεν επαρκούν.
Για τον ίδιο λόγο το κλωστηρίδιο συνδέεται ιστορικά με νοσοκομεία και μονάδες φροντίδας, εμφανίζεται όμως και στην κοινότητα.
Διάγνωση: η εξέταση κοπράνων
Η διάγνωση γίνεται με εξέταση κοπράνων και προϋποθέτει δύο πράγματα μαζί: κλινική εικόνα με διάρροια και θετικό εργαστηριακό εύρημα.
Ο έλεγχος γίνεται συνήθως σε δύο βήματα. Πρώτα ανιχνεύεται το ένζυμο GDH ή το γονίδιο της τοξίνης με μοριακή μέθοδο, εξετάσεις με υψηλή ευαισθησία που δείχνουν αν το βακτήριο υπάρχει. Στη συνέχεια αναζητείται η ελεύθερη τοξίνη στα κόπρανα, που δείχνει αν το βακτήριο είναι ενεργό.
Η διάκριση έχει σημασία: θετικό μοριακό τεστ σε άτομο χωρίς διάρροια σημαίνει συνήθως απλή φορεία και δεν θεραπεύεται. Για τον ίδιο λόγο δεν εξετάζονται διαμορφωμένα κόπρανα και δεν επαναλαμβάνεται το τεστ για να επιβεβαιωθεί η ίαση, καθώς μπορεί να παραμείνει θετικό για εβδομάδες ενώ ο ασθενής έχει αναρρώσει.
Σε επιλεγμένες περιπτώσεις, η κολονοσκόπηση αναδεικνύει τις χαρακτηριστικές ψευδομεμβράνες, δεν αποτελεί όμως εξέταση ρουτίνας για τη διάγνωση.
Θεραπεία
Το πρώτο βήμα, όπου είναι εφικτό, είναι η διακοπή του αντιβιοτικού που πυροδότησε τη λοίμωξη.
Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Κλινικής Μικροβιολογίας και Λοιμωδών Νοσημάτων (ESCMID, ενημέρωση 2021):
- Η φιδαξομικίνη είναι το προτιμώμενο φάρμακο για το πρώτο επεισόδιο και για την πρώτη υποτροπή, όπου είναι διαθέσιμη και εφικτή.
- Η βανκομυκίνη από το στόμα παραμένει αποδεκτή εναλλακτική.
- Η μετρονιδαζόλη δεν συνιστάται πλέον όταν υπάρχει διαθέσιμη φιδαξομικίνη ή βανκομυκίνη. Είναι μια σημαντική αλλαγή σε σχέση με παλαιότερες οδηγίες.
Η αγωγή, η δοσολογία και η διάρκειά της καθορίζονται από τον θεράποντα ιατρό ανάλογα με τη βαρύτητα και το ιστορικό.
Υποτροπή: το πραγματικό πρόβλημα
Η λοίμωξη από κλωστηρίδιο έχει έντονη τάση να επανεμφανίζεται μετά την αρχική επιτυχή θεραπεία, επειδή τα σπόρια επιβιώνουν και το μικροβίωμα του εντέρου χρειάζεται χρόνο για να αποκατασταθεί. Δεν πρόκειται για αποτυχία της θεραπείας ούτε για ανθεκτικό μικρόβιο.
Οι οδηγίες ESCMID προβλέπουν κλιμακούμενη προσέγγιση:
- Πρώτη υποτροπή. Φιδαξομικίνη ή βανκομυκίνη, με τη δυνατότητα προσθήκης του μονοκλωνικού αντισώματος μπεζλοτοξουμάμπη, που δεσμεύει την τοξίνη και μειώνει τον κίνδυνο νέας υποτροπής.
- Δεύτερη και πολλαπλές υποτροπές. Η μεταμόσχευση κοπρανικής μικροχλωρίδας (FMT) προτείνεται ως θεραπεία πρώτης γραμμής. Στόχος της είναι η αποκατάσταση του φυσιολογικού μικροβιώματος, ώστε να μη βρίσκει χώρο το κλωστηρίδιο.
- Εναλλακτικά χρησιμοποιείται σχήμα βανκομυκίνης με σταδιακή μείωση και διακοπτόμενη χορήγηση.
Διατροφή και αποκατάσταση
Δεν υπάρχει ειδική δίαιτα που θεραπεύει το κλωστηρίδιο. Όσο διαρκεί η διάρροια, προτεραιότητα έχει η ενυδάτωση με υγρά και διαλύματα ηλεκτρολυτών, ώστε να αναπληρωθούν τα άλατα που χάνονται.
Η διατροφή επανέρχεται σταδιακά με απλές, εύπεπτες τροφές. Τα λιπαρά, τα τηγανητά, η καφεΐνη και το αλκοόλ συνήθως αναβάλλονται όσο υπάρχουν συμπτώματα.
Ως προς τα προβιοτικά, οι διεθνείς οδηγίες δεν συνιστούν τη ρουτίνα χρήση τους για την πρόληψη της λοίμωξης. Οποιαδήποτε συμπληρωματική αγωγή συζητείται με τον ιατρό, ιδίως σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς.
Πρόληψη
- Ορθολογική χρήση αντιβιοτικών. Είναι το πιο αποτελεσματικό μέτρο, καθώς αφαιρεί την ίδια την αιτία.
- Πλύσιμο χεριών με σαπούνι και νερό, όχι μόνο αντισηπτικό, σε περιβάλλον όπου υπάρχει ασθενής με ενεργό λοίμωξη.
- Απολύμανση επιφανειών με σκεύασμα που δρα στα σπόρια, συνήθως χλωριούχο.
- Χωριστή τουαλέτα και σχολαστικός καθαρισμός της, όσο διαρκεί η διάρροια.
Συχνές ερωτήσεις για το κλωστηρίδιο
Ποια είναι η θεραπεία για το κλωστηρίδιο;
Πρώτο βήμα, όπου είναι εφικτό, η διακοπή του αντιβιοτικού που πυροδότησε τη λοίμωξη. Σύμφωνα με τις οδηγίες ESCMID του 2021, η φιδαξομικίνη είναι το προτιμώμενο φάρμακο για το πρώτο επεισόδιο και για την πρώτη υποτροπή, με τη βανκομυκίνη από το στόμα ως αποδεκτή εναλλακτική. Η μετρονιδαζόλη δεν συνιστάται πλέον όταν υπάρχουν διαθέσιμα τα δύο πρώτα. Η επιλογή, η δόση και η διάρκεια καθορίζονται από τον θεράποντα ιατρό.
Πώς μεταδίδεται το κλωστηρίδιο;
Με την κοπρανοστοματική οδό, μέσω σπορίων που αποβάλλονται στα κόπρανα και επιμολύνουν επιφάνειες. Τα σπόρια είναι ιδιαίτερα ανθεκτικά: δεν καταστρέφονται από τα αλκοολούχα αντισηπτικά και επιβιώνουν για μεγάλα διαστήματα στο περιβάλλον. Γι’ αυτό χρειάζεται πλύσιμο χεριών με σαπούνι και νερό, καθώς και απολύμανση επιφανειών με σκεύασμα που δρα στα σπόρια.
Τι δείχνει η εξέταση κοπράνων για κλωστηρίδιο;
Ο έλεγχος γίνεται συνήθως σε δύο βήματα: ανίχνευση του ενζύμου GDH ή του γονιδίου της τοξίνης, που δείχνει αν το βακτήριο υπάρχει, και αναζήτηση της ελεύθερης τοξίνης, που δείχνει αν είναι ενεργό. Θετικό αποτέλεσμα σε άτομο χωρίς διάρροια σημαίνει συνήθως απλή φορεία και δεν θεραπεύεται. Επίσης, το τεστ δεν επαναλαμβάνεται για να επιβεβαιωθεί η ίαση, γιατί μπορεί να παραμείνει θετικό για εβδομάδες μετά την ανάρρωση.
Γιατί υποτροπιάζει το κλωστηρίδιο;
Επειδή τα σπόρια επιβιώνουν στο έντερο και στο περιβάλλον, ενώ το μικροβίωμα χρειάζεται χρόνο για να αποκατασταθεί μετά την αντιβίωση. Δεν πρόκειται για ανθεκτικό μικρόβιο ούτε για αποτυχία της θεραπείας. Στην πρώτη υποτροπή χρησιμοποιείται φιδαξομικίνη ή βανκομυκίνη, με δυνατότητα προσθήκης μπεζλοτοξουμάμπης. Για δεύτερη και πολλαπλές υποτροπές, οι οδηγίες ESCMID προτείνουν τη μεταμόσχευση κοπρανικής μικροχλωρίδας ως πρώτη γραμμή.
Τι διατροφή πρέπει να ακολουθήσω;
Δεν υπάρχει δίαιτα που θεραπεύει τη λοίμωξη. Όσο διαρκεί η διάρροια προτεραιότητα έχει η ενυδάτωση με υγρά και διαλύματα ηλεκτρολυτών, και η σταδιακή επιστροφή σε απλές, εύπεπτες τροφές. Τα προβιοτικά δεν συνιστώνται ως ρουτίνα από τις διεθνείς οδηγίες για την πρόληψη της λοίμωξης και η χρήση τους συζητείται με τον ιατρό.
Πηγές
- European Society of Clinical Microbiology and Infectious Diseases, 2021 update on the treatment guidance document for Clostridioides difficile infection in adults. https://doi.org/10.1016/j.cmi.2021.09.038
- National Health Service, Clostridioides difficile (C. diff). https://www.nhs.uk/conditions/c-difficile/
Τελευταία ενημέρωση περιεχομένου: Σεπτέμβριος 2026 (12/09/2026).

